Περίληψη

Διοξίνες: τι είναι

Βιολογικές επιδράσεις

Τοξικότητα

Στα τρόφιμα

Ανθεκτικότητα

Σκόπιμη χρήση

Καύση απορριμμάτων

Ο έλεγχος

Η θέση του Βόλου

Ένα συμπέρασμα...

Παραπομπές

Καύση απορριμμάτων



Τι σημαίνει καύση;



Η κύρια πηγή ελευθέρωσης διοξινών στο περιβάλλον είναι η καύση των απορριμμάτων.

Ο όρος καύση περιγράφει κάθε εξώθερμη χημική διαδικασία αντίδρασης μεταξύ ενός καυσίμου και ενός οξειδωτή (συνήθως ατμοσφαιρικού οξυγόνου) σε υψηλή θερμοκρασία, για την ανάκτηση θερμικής ενέργειας.


Το καυτό ερώτημα: Γιατί RDF; Γιατί απορριματογενή καύσιμα;



Νέες ευρωπαϊκές οδηγίες έφεραν πανικό στις ευρωπαϊκές χώρες για την μείωση των τεράστιων όγκων απορριμμάτων. Παράλληλα εμφανίστηκε μια τάση για εφαρμογή της καύσης απορριμμάτων ως "λύση" στο πρόβλημα των απορριμμάτων, από ειδικευμένες εταιρείες που αναπτύσσουν σχετικές τεχνολογίες. Η εξέταση των σύγχρονων επιχειρηματικών συνθηκών δείχνει ότι αυτή η σύμπτωση κάθε άλλο παρά τυχαία είναι. Από την αρχή η βιομηχανία έσπευσε να υποστηρίξει τη νέα μόδα.

Φτηνά καύσιμα



Η χρήση απορριμμάτων για καύση μειώνει δραστικά το κόστος ενέργειας. Πρόκειται κυριολεκτικά για τζάμπα καύσιμο. Ποιος δεν θέλει να ξεφορτωθεί απορρίμματα! Αυτό από μόνο του αποτελεί το ισχυρότατο κίνητρο.

Πολλοί ισχυρίζονται ότι δεν είναι απλώς θέμα μειώσης κόστους ενέργειας, αλλά νέων κερδών με οικολογικό πρόσχημα. Σε ένα οικονομικό περιβάλλον αρπακτικής οικονομίας και επιθετικής επιχειρηματικότητας όπως το γνωρίζουμε, μπορεί κάποιος να κερδίσει πολλά χρήματα αν μπορεί να απορροφήσει επιδοτήσεις επειδή απαλλάσσει τους άλλους από σκουπίδια. Οι μεγάλες βιομηχανίες έχουν τη δύναμη να απορροφούν επιδοτήσεις με έμμεσους τρόπους. Δηλ. όχι μόνο συμφέρει το φτηνό καύσιμο. Όχι μόνο έχουν ακόμη και τη μεταφορά του καυσίμου πληρωμένη μέχρι την πόρτα τους. Αλλά πληρώνονται για να καίνε σκουπίδια.

Ποιος πληρώνει αυτά τα χρήματα; Οι καταναλωτές! Όλοι μας! Πρέπει να γνωρίζουμε ότι όταν αγοράζουμε προϊόντα, ένα μέρος της τιμής αντιστοιχεί στο "κόστος εξουδετέρωσης του τελικού απορρίμματος". Με αυτό το λογιστικό τέχνασμα, η βιομηχανία κερδίζει από τα δικά μας χρήματα με έμμεσο τρόπο.

Και το πρόβλημα της ρύπανσης πώς λύνεται; Αρκεί ο επενδυτής να μένει μακριά από τον τόπο της επένδυσης.
Ένα απλό παράδειγμα εφαρμογής: η ΑΓΕΤ ανήκει σε πολυεθνική εταιρεία γαλλικών συμφερόντων. Το σενάριο είναι απλό. Κάποιοι ευρωπαίοι επενδυτές θα απολαμβάνουν τα κέρδη τους από τους αποτεφρωτήρες στην Ελλάδα και οι ιθαγενείς κάτοικοι θα "απολαμβάνουν" τον καρκίνο.


Πάμε να δούμε εν συντομία ποια είναι τα προβλήματα από την καύση απορριμμάτων.



Λόγω των συμφερόντων που εμπλέκονται γύρω από την καύση απορριμμάτων, υπάρχει μία οργανωμένη απολογητική και προπαγάνδα υπέρ των τεχνολογιών αυτών. Ωστόσο υπάρχουν ήδη αποκαλυπτικά στοιχεία, που δείχνουν ξεκάθαρα ότι πρόκειται για τεχνολογίες μη βέλτιστες και εξαιρετικά επικίνδυνες για τη δημόσια υγεία.

Ένα πολυδιαφημισμένο παράδειγμα είναι ο αποτεφρωτήρας στο Spittelau της Βιέννης, που χρησιμοποιείται ως επιχείρημα υπέρ της αποτέφρωσης, ως έργο αθώο επειδή βρίσκεται στο κέντρο της πόλης. Στον διπλανό σιδηροδρομικό σταθμό έχουν εγκαταστήσει πάνελ που δείχνει μονίμως τις εκπομπές ρύπων από τον αποτεφρωτήρα, αλλά εξαιρούνται οι διοξίνες με το επιχείρημα ότι "οι εκπομπές τους είναι πολύ μικρές". Τα τελευταία χρόνια υπάρχει μεγάλη αύξηση των καρκίνων στην περιοχή αυτή της πόλης, και παρότι πολλοί κάτοικοι ζητούν επιδημιολογική μελέτη που θα προσδιορίσει τις αιτίες, υπάρχει μια έμμονη άρνηση για τέτοια έρευνα. Ανάλογο ισχύει για άλλες περιπτώσεις πόλεων κοντά σε αποτεφρωτήρες. Επιδημιολογικές μελέτες που έγιναν για την εκτίμηση των συνεπειών στη δημόσια υγεία - ακόμη και για περιπτώσεις αποτεφρωτήρων που κατασκευάστηκαν εξαρχής επί τούτου (όχι δηλαδή εργοστάσια που ανακατασκευάστηκαν για να προσαρμοστούν στην καύση των νέων εναλλακτικών καυσίμων) - έδειξαν αύξηση γύρω από τις εγκαταστάσεις αυτές στις περιβαλλοντικές ασθένειες, όπως είναι τα αναπνευστικά και καρδιοαγγειακά προβλήματα και οι καρκίνοι.

Εκτός από τις διοξίνες που αποτελούν το σοβαρότερο πρόβλημα από την καύση απορριμματογενών καυσίμων, υπάρχουν εκπομπές τοξικών απαερίων, βαρέων μετάλλων, σωματιδίων, ανοργάνων και οργανικών οξέων, θάλλιο, υδράργυρος, βανάδιο, μαγγάνιο, χρώμιο, αρσενικό, νικέλιο, μόλυβδος, κάδμιο, κλπ. Σημειωτέον ότι τα όρια που έχουν θεσπισθεί για όλα τα επιμέρους τοξικά συστατικά δεν έχουν τεθεί με βάση τις συνέπειες στη δημόσια υγεία (που είναι δύσκολο να προσδιοριστούν) αλλά τις τεχνικές δυνατότητες της καύσης.

Σοβαρότατο και άλυτο πρόβλημα είναι η τέφρα που μένει ως υπόλειμμα. Ισοδυναμεί μέχρι και το 1/3 του υλικού καύσης κατά βάρος. Έχει μία αστρονομική τοξικότητα, που όχι μόνο την κάνει ακατάλληλη για οποιονδήποτε χειρισμό αλλά δεν υπάρχει καμία τεχνολογία εξουδετέρωσης, και απλώς απορρίπτεται σε ειδικές χωματερές, ρυπαίνοντας εσαεί τα υπόγεια νερά, τον αέρα και το περιβάλλον. Σε αυτή την τέφρα προστίθενται και τα υπολείμματα των φίλτρων που υποτίθεται ότι συγκρατούν τα τοξικά συστατικά των απαερίων. Για αυτά τα εξαιρετικά τοξικά υλικά δεν υπάρχει καμία απολύτως λύση, πέρα από την απόρριψη σε επιλεγμένους χώρους, που αχρηστεύουν και καταστρέφουν για πάντα επιλεγμένες περιοχές, ουσιαστικά σβήνοντάς τις από τον χάρτη.

Οι υπέρμαχοι της καύσης απορριμμάτων θέτουν σαφώς την αναγκαιότητα τριών παραμέτρων:
1. σύγχρονος εξοπλισμός -- Στην περίπτωση της ΑΓΕΤ αποδείχτηκε ότι σε κανένα επίπεδο δεν υπάρχει εξοπλισμός κατάλληλος για καύση RDF.
2. διαρκής έλεγχος -- Στην περίπτωση της ΑΓΕΤ αποδείχτηκε ότι από το 2011 δεν λειτουργούσαν τα καταγραφικά του εργοστασίου και για αυτό το θέμα δεν άνοιξε ούτε ρουθούνι! Αυτό και μόνο δείχνει την απόλυτη αναξιοπιστία και απουσία ελεγκτικών μηχανισμών.
3. ποιότητα υλικού -- Το RDF που έκαυσε το 2016 η ΑΓΕΤ δεν ελέχθηκε, ενώ κατά τον εποτόπιο έλεγχο του ΚΕΠΕ δεν βρέθηκε ούτε κιλό!

Οι συνθήκες καύσης υποτίθεται ότι είναι ελεγχόμενες για:
-συγκεκριμένες θερμοκρασίες καύσης,
-συγκεκριμένες συνθήκες λειτουργίας των φίλτρων,
-συγκεκριμένοι χρόνοι ψύξης στην έξοδο των απαερίων κλπ.
Ωστόσο ποτέ δεν υπάρχει ομοιογένεια συνθηκών σε ολόκληρο τον κλίβανο, συντρέχουν τεχνικοί λόγοι για υπερβάσεις των όποιων ορίων, και υπάρχει επίσης θέμα κατά την έναρξη και παύση της καύσης για εργασίες συντήρησης των εγκαταστάσεων (startup/shutdown) ή παράκαμψης των φίλτρων (filter bypass).

Υπάρχει σοβαρό θέμα με την συνεχή και αδιάλλειπτη παρακολούθηση (monitoring)
των εγκαταστάσεων,
της λειτουργίας, και
της πρώτης ύλης.
Οι διαδικασίες ελέγχου είναι τεχνικά δύσκολες, χρονοβόρες, ακριβές, απαιτούν εξειδικευμένο εξοπλισμό και προσωπικό, και απαιτούν διαρκή ροή πληροφοριών που είναι δύσκολο να αξιολογηθούν από τους τεχνικούς και πολύ περισσότερο από αυτούς που παίρνουν πολιτικές αποφάσεις όπως και από τους κατοίκους της περιοχής που επηρεάζεται.

Κάτι σημαντικό ειδικά για την τσιμεντοβιομηχανία είναι η χρήση του υπολείμματος στο κλίνκερ, δηλαδή η ενσωμάτωση ποσοτήτων τέφρας μέσα στο παραγόμενο τσιμέντο. Στους Δίδυμους Πύργους το 2001 μετρήθηκαν εξαιρετικά υψηλές τιμές διοξίνης, ενώ μεγάλο ποσοστό από όσους εργάστηκαν στα συνεργεία διάσωσης έπαθαν καρκίνους εκ των υστέρων. Η ενσωμάτωση τέφρας στο κλίνκερ φαίνεται να είναι μία ακόμα συμφέρουσα διαδικασία για την τσιμεντοβιομηχανία, ωστόσο η τεχνική αυτή κάνει το τσιμέντο καρκινογόνο ως δομικό υλικό.

Τέλος σημειώνεται ότι σύμφωνα με την σύγχρονη βιβλιογραφία η καύση απορριμμάτων δεν γίνεται αποδεκτή ως λύση στο πρόβλημα των σκουπιδιών, αλλά υπάρχουν συνδυασμένες και ολοκληρωμένες πολιτικές που περιλαμβάνουν συνδυασμούς μεθόδων ως βέλτιστες λύσεις, λαμβάνοντας υπόψιν όλο τον κύκλο ζωής των προϊόντων, από το βιομηχανικό σχεδιασμό μέχρι την χρήση/επανάχρηση και την ανακύκλωση.